αναιμία

[анэмиа] ουσ. θ. (ιατρ.) малокровие, анемия,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αναιμία" в других словарях:

  • αναιμία — Παθολογική κατάσταση που χαρακτηρίζεται από μείωση του αριθμού των ερυθρών αιμοσφαιρίων ή από ελάττωση του περιεχομένου τους σε αιμοσφαρίνη ή και από τα δύο. Στον υγιή ενήλικο, ο αριθμός των ερυθρών αιμοσφαιρίων και το περιεχόμενό τους σε… …   Dictionary of Greek

  • αναιμία — η παθολογική κατάσταση του οργανισμού από της άποψης είτε της ποσότητας του αίματος είτε της ποιοτικής σύστασής του: Υποφέρει από αναιμία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μεσογειακή αναιμία — Κληρονομούμενη μορφή αιμολυτικής αναιμίας, που οφείλεται σε γενετική διαταραχή της σύνθεσης της αιμοσφαιρίνης (θαλασσαναιμία) και χαρακτηρίζεται από ελάττωση ή πλήρη κατάργηση της β αλυσίδας (β θαλασσαναιμία), που έχει ως αποτέλεσμα την άνιση… …   Dictionary of Greek

  • δρεπανοκυτταρική αναιμία — Γενετική διαταραχή που εμφανίζεται συνήθως σε άτομα της μαύρης φυλής, κατά την οποία η δομή της αιμοσφαιρίνης στα ερυθρά αιμοσφαίρια είναι ανώμαλη, έτσι ώστε να προκαλείται η απόφραξη των αιμοφόρων αγγείων από τα παραμορφωμένα ερυθρά αιμοσφαίρια …   Dictionary of Greek

  • μεγαλοβλαστική αναιμία — Τύπος αναιμίας. Χαρακτηρίζεται από την παρουσία μεγάλων ερυθρών αιμοσφαιρίων και από αυξημένο αριθμό μεγαλοβλαστών στον μυελό των οστών. Περιλαμβάνει: 1) την καλοήθη αναιμία, που συνήθως οφείλεται σε αδυναμία απορρόφησης της βιταμίνης Β12 και… …   Dictionary of Greek

  • ελλειπτοκυτταρική αναιμία η ελαφρά μορφή ιδιοσυστασιακής κληρονομικής αιμολυτικής αναιμίας. — ο όργανο με το οποίο χαράζονται ελλείψεις, ο ελλειπτικός διαβήτης …   Dictionary of Greek

  • ἀναιμίας — ἀναιμίᾱς , ἀναιμία want of blood fem acc pl ἀναιμίᾱς , ἀναιμία want of blood fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀναιμίαν — ἀναιμίᾱν , ἀναιμία want of blood fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μέτρηση — (Ιατρ.). Ποσοτική ανίχνευση διαφόρων μεγεθών στον ανθρώπινο οργανισμό. Ενδεικτικά αναφέρονται οι εξής: 1)μ. της αγωγιμότητας των νεύρων. Πρόκειται για μέθοδο μ. της ταχύτητας, με την οποία μεταδίδονται οι ηλεκτρικές ώσεις κατά μήκος ενός νεύρου.… …   Dictionary of Greek

  • αιμολυτικές αναιμίες — Αναιμίες ποικίλης αιτιολογίας, διάρκειας και πρόγνωσης, που έχουν κοινό χαρακτηριστικό την υπέρμετρη καταστροφή των ερυθροκυττάρων. Η υπέρμετρη καταστροφή των ερυθρών αιμοσφαιρίων δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην αναιμία, γιατί αυξημένη παραγωγή… …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.